Jorge Luis Borges - Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας - Η Ιστορία των δυο που ονειρεύτηκαν (Historia de los dos que soñaron)
Ο άραβας ιστορικός Ελ Ισάκι αναφέρει αυτό το γεγονός:"Άνθρωποι αξιόπιστοι αφηγούνται (μα ο Αλλάχ μονάχα είναι παντογνώστης και πανίσχυρος και πανελεήμων και ακοίμητος) πως στο Κάιρο ζούσε κάποιος με αμύθητα πλούτη, αλλά τόσο μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος, ώστε τα 'χασε όλα εκτός από το πατρικό του σπίτι κι αναγκάστηκε να δουλέψει για να βγάζει το ψωμί του. Δούλεψε τόσο σκληρά, ώστε μια νύχτα τον πήρε ο ύπνος κάτω από μια συκιά του κήπου του, και είδε στ' όνειρό του έναν μουσκεμένο άντρα που έβγαλε απ' το στόμα του ένα χρυσό φλουρί και του είπε: "Η τύχη σου είναι στην Περσία, στο Ισπαχάν΄ τράβα να τη βρεις". Το πρωί, ξύπνισε, ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι κι έζησε τουσ κινδύνους της ερήμου, των καραβιών, των πειρατών, των ειδωλολατρών, των ποταμών, των άγριων θηρίων και των ανθρώπων. Κάποτε, έφτασε στο Ισπαχάν, αλλά η νύχτα τον βρήκε μέσα στα τείχη της πόλης, κι έπεσε να κοιμηθεί στο προαύλιο ενός τζαμιού. Δίπλα στο τζαμί ήταν ένα σπίτι, κι ο Παντοδύναμος Θεός το θέλησε, κάποιοι κλέφτες να διασχίσουν το τζαμί και να μπουν στο σπίτι. Οι άνθρωποι που κοιμόνταν μέσα, ξύπνησαν απ' τη φασαρία που έκαναν οι κλέφτες, και φώναξαν βοήθεια. Φώναξαν κι οι γείτονες, ώσπου ο χωροφύλακας που περιπολούσε εκεί γύρω, έτρξε με τους άνδρες του, και οι κλέφτες το ' σκασαν απ' την ταράτσα. Ο αξιωματικός έβαλε να ψάξουν το τζαμί, κι εκεί έπεσαν στον άνθρωπο απ' το Κάιρο και τον τσάκισαν τόσο πολύ στο ξύλο με τα καλάμια, που παραλίγο να τον σκοτώσουν. Σε δύο μέρες, συνήλθε στη φυλακή. Ο αξιωματικός τον κάλεσε μπροστά του και του είπε: "Ποιός είσαι και πουθ' έρχεσαι;" Ο άλλος απάντησε: "Είμαι από την ξακουστή πόλη του Καίρου, και τ' όνομά μου είναι Μοχάμεντ ελ Μακρέμπι". Ο αξιωματικός τον ρώτησε: "Και τι σ' έφερε στην Περσία;" Ο άλλος προτίμησε να πει την αλήθεια: "Κάποιος στ' όνειρό μου με πρόσταξε να 'ρθω στο Ισπαχάν, γιατί εδώ ειν' η τύχη μου. Να με, λοιπόν, στο Ισπαχάν, κι απ' ό,τι βλέπω, η περιουσία που μου 'ταξε, πρέπει να 'ναι αυτές οι ξυλιές που μου δώσατε τόσο πλουσιοπάροχα".
Ακούγοντας αυτά, ο αξιωματικός γέλασε τόσο πολύ ώστε φάνηκαν οθ φρονιμίτες του, και είπε στο τέλος:"Άνθρωπε ευκολόπιστε και άμυαλε, τρεις φορές ονειρεύτηκα ένα σπίτι στο Κάιρο, ακι στο βάθος του σπιτιού έναν κήπο, και στον κήπο ένα ηλιακό ρολόι, και πίσω απ' το ηλιακό ρολόι μια συκιά, και μετά τη συκιά μια βρύση, και κάτω απ' τη βρύση ένα θησαυρό. Ένα τέτοιο ψέμα, ούτε που το πίστεψα. Εσύ, όμως, γέννημα απ' το σμίξιμο μιας μούλας μ' ένα δαίμονα, έπιασες να γυρίζεις από πόλη σε πόλη επειδή πίστεψες στ' όνειρό σου. Να μη σε ξαναδώ στο Ισπαχάν. Πάρε αυτά τα λεφτά και φύγε!"
Ο άνθρωπος τα πήρε και γύρισε στον τόπο του. Στον κήπο του, κάτω απ' τη βρύση (τη βρύση που είδε στ' όνειρό του ο χωροφύλακας), βρήκε και ξάθαψε το θησαυρό. ¨Ετσι ο Θεός τον ευλόγησε, τον αντάμειψε και τον εξύψωσε. Ο Θεός είναι ο Γενναιόδωρος, ο Απόκρυφος".
Από τις Χίλιες και μία νύχτες - 351η νύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου